Η Αρμοδιότητα του Πλήρως Ορκωτού Δικαστηρίου

Το πλήρως ορκωτό δικαστήριο δεν προτείνεται ως γενικό δικαστήριο για κάθε διαφορά, αλλά ως ειδικός θεσμός κρίσης εκεί όπου το ίδιο το κράτος ή ισχυροί θεσμικοί μηχανισμοί εμφανίζουν σύγκρουση συμφέροντος απέναντι στον πολίτη.

Περίληψη

Η αρμοδιότητα του πλήρως ορκωτού δικαστηρίου είναι κρίσιμο ζήτημα. Η πρόταση δεν είναι να δικάζει τα πάντα, αλλά να παρεμβαίνει ακριβώς εκεί όπου η κοινή δικαστική λειτουργία κινδυνεύει να εμφανιστεί ανεπαρκής, εσωστρεφής ή θεσμικά εξαρτημένη. Πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες το κράτος, οι φορείς ισχύος ή οι συνδεδεμένοι μηχανισμοί έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον ως προς το αποτέλεσμα.

Κείμενο

Η Αρμοδιότητα είναι το Κρίσιμο Ζήτημα

Το πλήρως ορκωτό δικαστήριο δεν προτείνεται ως όργανο γενικής και καθολικής δικαιοδοσίας. Δεν αποσκοπεί στο να δικάζει κάθε ιδιωτική διαφορά ή κάθε συνήθη υπόθεση της καθημερινής δικαιοσύνης. Ο θεσμικός του ρόλος είναι πιο συγκεκριμένος και πολύ πιο κρίσιμος: να παρεμβαίνει εκεί όπου ανακύπτει πραγματικός κίνδυνος σύγκρουσης συμφέροντος ανάμεσα στον πολίτη και σε ισχυρούς κρατικούς ή παρακρατικούς μηχανισμούς.

image

Δεν Δικάζει τα Πάντα

Η πρόταση στηρίζεται στην αρχή ότι το ορκωτό πρέπει να ενεργοποιείται σε υποθέσεις αυξημένης θεσμικής ευαισθησίας. Δεν είναι αναγκαίο ούτε σκόπιμο να μεταφερθεί σε αυτό κάθε μορφή δικαστικής ύλης. Αντιθέτως, η ειδική του αποστολή είναι να λειτουργεί ως μηχανισμός αποκατάστασης εμπιστοσύνης ακριβώς εκεί όπου η κοινωνία θεωρεί ότι οι συνήθεις δομές κρίσης δυσκολεύονται να αποδώσουν ουσιαστική δικαιοσύνη.

Υποθέσεις κατά του Δημοσίου

Πρώτο βασικό πεδίο αρμοδιότητας είναι οι υποθέσεις κατά του Δημοσίου. Όταν ο πολίτης στρέφεται εναντίον του ίδιου του κράτους, τίθεται εγγενώς ζήτημα θεσμικής ισορροπίας. Το κράτος εμφανίζεται ταυτόχρονα ως διάδικος, ως φορέας εξουσίας και, έμμεσα ή άμεσα, ως περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί και η ίδια η δικαστική κρίση.

image

Σε τέτοιες περιπτώσεις, το πλήρως ορκωτό προτείνεται ως θεσμός που επιτρέπει η ουσιαστική κρίση να μην παραμένει αποκλειστικά εντός του κρατικού μηχανισμού, αλλά να αποδίδεται σε σώμα πολιτών.

Υποθέσεις κατά Δικαστών και Εισαγγελέων

Ιδιαίτερα κρίσιμο πεδίο αρμοδιότητας είναι και οι υποθέσεις που στρέφονται κατά δικαστών ή εισαγγελέων. Εκεί το πρόβλημα της σύγκρουσης συμφέροντος είναι ακόμη εντονότερο, διότι το υφιστάμενο σύστημα καλείται ουσιαστικά να κρίνει τα δικά του πρόσωπα και τις δικές του λειτουργίες.

image

Η πρόταση για πλήρως ορκωτό επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτή την αδυναμία. Όταν η υπόθεση αφορά μέλη της ίδιας της δικαστικής ή εισαγγελικής εξουσίας, η ουσιαστική κρίση πρέπει να αποδεσμεύεται από τον κίνδυνο εσωτερικής αλληλοκάλυψης ή θεσμικής επιείκειας.

Υποθέσεις κατά Τραπεζών και Funds

Στο πεδίο αρμοδιότητας εντάσσονται επίσης υποθέσεις κατά τραπεζών και funds, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα μαζικής οικονομικής πίεσης, καταχρηστικών πρακτικών, δομικής ανισορροπίας ή ευρύτερης θεσμικής επίδρασης πάνω στον πολίτη. Οι φορείς αυτοί δεν είναι απλοί ιδιώτες διάδικοι με ίσο πραγματικό βάρος απέναντι στον πολίτη. Συχνά διαθέτουν θεσμική, οικονομική και οργανωτική ισχύ που επηρεάζει ουσιαστικά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την ισότητα των όπλων.

Υποθέσεις κατά Ανεξάρτητων Αρχών

Ανάλογη λογική ισχύει και για τις ανεξάρτητες αρχές. Παρότι εμφανίζονται θεσμικά ως φορείς εγγύησης και ουδετερότητας, στην πράξη ασκούν σοβαρή δημόσια εξουσία και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον πολίτη. Όταν τίθενται ζητήματα νομιμότητας, υπέρβασης αρμοδιοτήτων ή θεσμικής αυθαιρεσίας, η κρίση δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε σχήματα που ο πολίτης μπορεί να αντιλαμβάνεται ως εσωτερικά συνδεδεμένα με το ίδιο διοικητικό ή κρατικό πλέγμα.

Το Είδος των Υποθέσεων

Η αρμοδιότητα του πλήρως ορκωτού δεν ορίζεται μόνο από το πρόσωπο του διαδίκου, αλλά και από τη φύση της ίδιας της υπόθεσης. Εντάσσονται ιδίως υποθέσεις διαφθοράς, κατάχρησης εξουσίας και θεσμικής βλάβης του πολίτη.

Στις υποθέσεις διαφθοράς, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ατομική ευθύνη, αλλά και η ανάγκη κοινωνικής εμπιστοσύνης ότι η κρίση δεν θα εξουδετερωθεί από την ίδια τη δομή εξουσίας που ενδέχεται να έχει διαβρωθεί. Στις υποθέσεις κατάχρησης εξουσίας, το πλήρως ορκωτό λειτουργεί ως αντίβαρο απέναντι σε αυθαίρετες ή δυσανάλογες ασκήσεις κρατικής ή θεσμικής δύναμης. Στις υποθέσεις θεσμικής βλάβης του πολίτη, ο πυρήνας της προστασίας δεν περιορίζεται σε μια ιδιωτική διαφορά, αλλά αγγίζει τη σχέση του ανθρώπου με το κράτος, τους φορείς ισχύος και την ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Εκεί όπου Σήμερα οι Υποθέσεις “Θάβονται”

Η ουσιαστική λογική της πρότασης συνοψίζεται στο εξής: το πλήρως ορκωτό πρέπει να έχει αρμοδιότητα ακριβώς εκεί όπου σήμερα υπάρχει η ισχυρότερη κοινωνική πεποίθηση ότι οι υποθέσεις καθυστερούν, αδρανοποιούνται, απονευρώνονται ή τελικά θάβονται μέσα σε θεσμικά κυκλώματα αλληλοπροστασίας.

Η παρέμβαση των πολιτών στην ουσιαστική κρίση δεν προτείνεται λοιπόν ως συμβολική δημοκρατική χειρονομία, αλλά ως θεσμική απάντηση σε πεδία όπου η σύγκρουση συμφέροντος είναι τόσο έντονη, ώστε η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί εξωτερικό, κοινωνικό και πραγματικά ανεξάρτητο κριτήριο.

Συμπέρασμα

Η αρμοδιότητα του πλήρως ορκωτού δικαστηρίου πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένη. Δεν καλείται να υποκαταστήσει συνολικά τη δικαιοσύνη, αλλά να αναλάβει εκείνες τις υποθέσεις όπου η ουσιαστική αμεροληψία αμφισβητείται εκ των πραγμάτων λόγω της εμπλοκής του κράτους, των φορέων ισχύος ή της ίδιας της οργανωμένης θεσμικής εξουσίας.

Έτσι, το πλήρως ορκωτό δεν γίνεται δικαστήριο των πάντων. Γίνεται δικαστήριο εκείνων των υποθέσεων στις οποίες η κοινωνία χρειάζεται την πιο καθαρή, αδέσμευτη και δημοκρατικά θεμελιωμένη κρίση.